καρβουνιάρης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρβουνιάρης¹

  • kaɾ.vuˈɲa.ɾis

Where it comes from

καρβουνιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρβουνιάρης < κάρβουνο(ν) < κάρβων < λατινική carbo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ker- (καίω)

noun καρβουνιάρης · καρβουνιάρηδες · καρβουνιάρη · καρβουνιάρηδων

  1. επάγγελμα, θηλυκό καρβουνιάρισσα ο πωλητής κάρβουνου ή άνθρακα,
  2. επάγγελμα, θηλυκό καρβουνιάρισσα ο κατασκευαστής ξυλανθράκων
  3. επάγγελμα, θηλυκό καρβουνιάρισσα θερμαστής, βοηθός θερμαστή ατμοπλοίων
  4. επάγγελμα, θηλυκό καρβουνιάρισσα βοηθός οδηγού ατμομηχανής
  5. figuratively, επάγγελμα, θηλυκό καρβουνιάρισσα, συνεκδοχικά, μεταφορικά πολύ αργό τρένο
  6. πτηνό μικρόσωμο πουλί (Phoenicurus ochruros) της οικογένειας των Τσιχλών

    Similar: κοκκινονούρης

Καρβουνιάρης²

Where it comes from

Καρβουνιάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Καρβουνιάρης · Καρβουνιάρηδες · Καρβουνιάρη · Καρβουνιάρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρβουνιάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρβουνιάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"καρβουνιάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρβουνιάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}