καρδιά
Ελληνικά
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
καρδιά
- kaɾˈðʝa
D'où il vient
καρδιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρδιά < καρδία, με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας < αρχαία ελληνική καρδία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱḗr- / *ḱr̥d-
nom καρδιά · καρδιές · καρδιάς · καρδιών
- μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος
- το μέρος όπου αισθανόμαστε να χτυπά η καρδιά Έβαλε το χέρι του στην καρδιά.
- το μέρος που θεωρείται η πηγή των αισθημάτων, των παθών, της ηθικής Τον αγαπάει με όλη της την καρδιά.
- το κέντρο, το κεντρικό μέρος ενός αντικειμένου ή χώρου η καρδιά του αντιδραστήρα
- η ουσία, ο βασικός πυρήνας στην καρδιά του προβλήματος
- το μέσο μιας χρονικής περιόδου Είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, κάνει φοβερή ζέστη.
- το εσωτερικό μέρος των καρπών ή των φυτών σαν την καρδιά ενός μαρουλιού
- διάθεση, επιθυμία δε μου κάνει καρδιά να φύγω
- θάρρος Εμπρός, με καρδιά, να καταλάβουμε το ύψωμα.
- το καθιερωμένο σύμβολο της καρδιάς και του έρωτα
En anglais
Parler de ce mot "καρδιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. καρδιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC "καρδιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {καρδιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}