καρδιακός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρδιακός¹

  • kaɾ.ði.aˈkos
  • kaɾ.ðʝaˈkos

Where it comes from

καρδιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καρδιακός < καρδί(α) + -ακός

adjective καρδιακός · καρδιακή · καρδιακό · καρδιακού · καρδιακής

  1. που αναφέρεται στην καρδιά, το όργανο του σώματος καρδιακός μυς, καρδιακό νόσημα

noun καρδιακός · καρδιακή · καρδιακό · καρδιακού · καρδιακής

  1. κάποιος που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την καρδιά του

adjective καρδιακός · καρδιακή · καρδιακό · καρδιακού · καρδιακής

  1. συνώνυμο του γκαρδιακός, επιστήθιος καρδιακός φίλος

Καρδιακός²

Where it comes from

Καρδιακός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Καρδιακός · Καρδιακοί · Καρδιακού · Καρδιακών · Καρδιακό · Καρδιακούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρδιακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρδιακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"καρδιακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρδιακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}