καρκαλέτσι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καρκαλέτσι
Where it comes from
καρκαλέτσι < (άμεσο δάνειο) αλβανική karkalec + -ι < βουλγαρική скакалец < скачам / skáčam (πηδώ) + -алец
noun καρκαλέτσι · καρκαλέτσια
- ακρίδα (σε χρήση στην Ήπειρο, σε περιοχές με επαφή με την αλβανική γλώσσα ή τα αρβανίτικα) ※ Ιούνιος 1932, Στα Μέγαρα έπεσαν σύννεφα από καρκαλέτσια (ακρίδες) φάγανε όλα τα αμπέλια των Μεγάρων (Ιστορία των Μεγάρων.)
- επίμονος βήχας, ο κοκκύτης, αναφερόμενος και ως κάρκαλος ή καρκαλέτζης ※ ο επίμονος και ιδιόρρυθμος βήχας, που σε περίοδο παροξυσμού κόβει την ανάσα, κάνει τη διαφορά και οδηγεί όλους στην ασφαλή διάγνωση: Καρκαλέτσι. Αλλιώς καρκαλιάς. (Χρήστος Αρ. Παπακίτσος, Το καρκαλέτσι και τα γιατροσόφια του , Τζουμερκιώτικα Χρονικά, σελ. 28, 2012)
-
ο ψηλός και κάτισχνος άνθρωπος
Similar: ψηλολέλεκας
Talk about this word "καρκαλέτσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καρκαλέτσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9 "καρκαλέτσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καρκαλέτσι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}