καροτσάκι
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
καροτσάκι
- ka.ɾoˈt͡sa.ci
מאיפה זה בא
καροτσάκι < καρότσ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
שם עצם καροτσάκι · καροτσάκια
- με μία σχετικά μεγάλη ρόδα, 2 πρόσθετα σημεία στήριξης και μακρές χειρολαβές (για τη μεταφορά φορτίων σε χωράφια ή σε οικοδομές)
- με δύο μικρές ρόδες και πλάτη, κυρίως για μεταφορά δεμάτων ή (μικρο)πραγμάτων
- με 4 μικρές ρόδες και χώρο μεταφοράς από μεταλλικό πλέγμα, για τα ψώνια στο σουπερμάρκετ
- με 4 τροχούς, οριζόντια επιφάνεια και κουκούλα, για μεταφορά βρεφών ή νηπίων
- με 4 τροχούς και κάθισμα, για μεταφορά μικρών παιδιών
- σε σχήμα καρέκλας για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος (αναπηρικό καροτσάκι ή αναπηρική καρέκλα ※ «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
מילים נרדפות והפכים
באנגלית
- shopping cart conveyance used to carry items while shopping
- wheelbarrow small cart
- stroller seat on wheels used to transport babies
לדבר על המילה הזו "καροτσάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καροτσάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "καροτσάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {καροτσάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}