καροτσέρης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καροτσέρης¹
- kaˈɾoˈt͡se.ɾis
Where it comes from
καροτσέρης < (άμεσο δάνειο) ιταλική carrozziere με αποβολή του ημιφώνου ανάμεσα σε [s] και φωνήεν. Μορφολογικά αναλύεται σε καρότσ(α) + -έρης.
noun καροτσέρης · καροτσέρηδες · καροτσέρη · καροτσέρηδων
- άλλη μορφή του καροτσιέρης ※ Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆ
Καροτσέρης²
Where it comes from
Καροτσέρης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Καροτσέρης · Καροτσέρηδες · Καροτσέρη · Καροτσέρηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- wagoner Someone who drives a wagon
Talk about this word "καροτσέρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καροτσέρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82 "καροτσέρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καροτσέρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}