καρούλι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καρούλι
Where it comes from
καρούλι < → λείπει η ετυμολογία
noun καρούλι · καρούλια · καρουλιού · καρουλιών
- κύλινδρος στον οποίο τα άκρα προεξέχουν και είναι πεπλατυσμένα ώστε στο ενδιάμεσο διάστημα να μπορεί να τυλιχτεί κάποιο υλικό που έχει μορφή νήματος ※ Στερημένος ο Γιώργος, όπως κι όλα τα παιδιά στους χαλεπούς εκείνους καιρούς, από χειροποίητα ή βιομηχανικά παιχνίδια, είχε βάλει στο μάτι ένα πανέμορφο, χρωματιστό τσίγκινο καρούλι, στο οποίο ήταν τυλιγμένο το λευκοπλάστ του παππού. (Γιώργος Κοκοτός, Το χωράφι της Μαρούλαινας, εκδ. Πατάκης, 2017)
- μικρός τροχός σε τροχήλατες συσκευές
In English
Talk about this word "καρούλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καρούλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9 "καρούλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καρούλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}