καρπός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καρπός
- kaɾˈpos
Where it comes from
καρπός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καρπός
:* για τον καρπό του χεριού < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καρπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷerp- (στρέφω, γυρίζω )
:* για μεταφορικές σημασίες < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kerp- (θερισμός, καρπός, συγκομιδή)σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fruit
noun καρπός · καρποί · καρπού · καρπών · καρπό · καρπούς
- άρθρωση του ανθρώπινου σώματος: εκεί που ενώνεται η παλάμη με την κερκίδα και την ωλένη
- το μέρος ενός φυτού που προέρχεται από το άνθος μετά τη γονιμοποίηση και περιέχει τους σπόρους αν και οι ντομάτες είναι καρποί συνήθως συγκαταλέγονται στα λαχανικά και όχι στα φρούτα
- το αποτέλεσμα
- το παιδί
In English
Talk about this word "καρπός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καρπός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82 "καρπός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καρπός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}