καρπός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρπός

  • kaɾˈpos

Where it comes from

καρπός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καρπός

:* για τον καρπό του χεριού < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καρπός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷerp- (στρέφω, γυρίζω )

:* για μεταφορικές σημασίες < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kerp- (θερισμός, καρπός, συγκομιδή)σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fruit

noun καρπός · καρποί · καρπού · καρπών · καρπό · καρπούς

  1. ανατομία άρθρωση του ανθρώπινου σώματος: εκεί που ενώνεται η παλάμη με την κερκίδα και την ωλένη
  2. βοτανική το μέρος ενός φυτού που προέρχεται από το άνθος μετά τη γονιμοποίηση και περιέχει τους σπόρους αν και οι ντομάτες είναι καρποί συνήθως συγκαταλέγονται στα λαχανικά και όχι στα φρούτα
  3. figuratively, μεταφορικά το αποτέλεσμα
  4. figuratively, μεταφορικά το παιδί

In English

  • fruit part of plant
  • wrist joint where the hand is attached to the arm
  • harvest product or result of any exertion

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρπός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρπός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82

Chicago

"καρπός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρπός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%80%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}