καρυάτιδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρυάτιδα

  • ka.ɾiˈa.ti.ða

Where it comes from

καρυάτιδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Καρυᾶτις < αρχαία ελληνική Καρύαι < κάρυον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- (κεφάλι) < *ḱer (κέρατο) + *-h₂

noun καρυάτιδα · καρυάτιδες · καρυάτιδας · καρυάτιδων

  1. αρχιτεκτονική, γλυπτική γυναικείο άγαλμα που χρησιμεύει ως κίονας στηρίζοντας τον θριγκό ενός οικοδομήματος ※ Οι δυο εξαιρετικής τέχνης καρυάτιδες από θασίτικο μάρμαρο που αποκαλύφθηκαν μόλις το απόγευμα του Σαββάτου 6 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της συνέχισης των ανασκαφικών εργασιών στην Αμφίπολη αναμφίβολα εντυπωσιάζουν. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  2. figuratively, μεταφορικά λυγερόκορμη γυναίκα

In English

  • caryatid a sculpted female figure serving as an architectural element

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρυάτιδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρυάτιδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B1

Chicago

"καρυάτιδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρυάτιδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}