καρφί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καρφί
- kaɾˈfi
Where it comes from
καρφί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρφίον, καρφίν < ελληνιστική κοινή καρφίον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική κάρφος
noun καρφί · καρφιά · καρφιού · καρφιών
-
αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο
≋ ταυτόσημα: πρόκα
Similar: ήλος
- υπονοούμενο, μπηχτή
- καταδότης
- η ευθύγραμμη βολή που εκτελείται με δύναμη από το ύψος του φιλέ
adverb καρφί · καρφιά · καρφιού · καρφιών
- ευθύγραμμη πορεία, ολόισια Από κει και πέρα ο δρόμος συνεχίζει καρφί για την Αθήνα.
- πορεία χωρίς στάσεις Μετά από μια σύντομη στάση συνεχίσαμε καρφί για την Αθήνα.
In English
- nail spike-shaped metal fastener used for joining wood or similar materials
Talk about this word "καρφί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. καρφί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF "καρφί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καρφί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}