καρφί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρφί

  • kaɾˈfi

Where it comes from

καρφί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρφίον, καρφίν < ελληνιστική κοινή καρφίον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική κάρφος

noun καρφί · καρφιά · καρφιού · καρφιών

  1. αιχμηρό κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο τμήματα μιας ξύλινης κατασκευής ή για την ανάρτηση αντικειμένων σε τοίχο ≋ ταυτόσημα: πρόκα

    Similar: ήλος

  2. figuratively, μεταφορικά υπονοούμενο, μπηχτή
  3. figuratively, μεταφορικά καταδότης
  4. αθλητισμός, βόλεϊ, κ.ά η ευθύγραμμη βολή που εκτελείται με δύναμη από το ύψος του φιλέ

adverb καρφί · καρφιά · καρφιού · καρφιών

  1. ευθύγραμμη πορεία, ολόισια Από κει και πέρα ο δρόμος συνεχίζει καρφί για την Αθήνα.
  2. πορεία χωρίς στάσεις Μετά από μια σύντομη στάση συνεχίσαμε καρφί για την Αθήνα.

In English

  • nail spike-shaped metal fastener used for joining wood or similar materials

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρφί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καρφί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF

Chicago

"καρφί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρφί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}