καρχαρίας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρχαρίας

  • kaɾ.xaˈɾi.as

Where it comes from

καρχαρίας < αρχαία ελληνική καρχαρίας < κάρχαρος (αιχμηρός, κοφτερός)

: για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική requin

noun καρχαρίας · καρχαρίες · καρχαρία · καρχαριών

  1. ψάρι το σαρκοβόρο ψάρι που έχει ιδιαίτερες ικανότητες στο κολύμπι εξαιτίας του υδροδυναμικού σώματός του, με αιχμηρά σαγόνια δυνατή ουρά και χαρακτηριστικό πτερύγιο. Αποτελεί υφομοταξία των χονδριχθυών.
  2. figuratively, μεταφορικά ο πλούσιος άνθρωπος που ενδιαφέρεται μόνο για τα προσωπικά του οφέλη, ο άρπαγας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρχαρίας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρχαρίας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82

Chicago

"καρχαρίας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρχαρίας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}