καρότο
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
καρότο
- kaˈɾo.to
מאיפה זה בא
καρότο < (άμεσο δάνειο) ιταλική carota < λατινική carota < ελληνιστική κοινή καρωτόν (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική κάρα
שם עצם καρότο · καρότα · καρότου · καρότων
- εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα
- κυλινδρικό τμήμα εδάφους, ασφάλτου ή παγετώνα που λαμβάνεται, με ειδικό μηχάνημα, σαν δείγμα, για να εξεταστεί η σύστασή του
- κάτι που δίνουμε, για να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του άλλου, ώστε να ασχοληθεί με ένα θέμα
באנגלית
- carrot Daucus carota ssp. sativus
לדבר על המילה הזו "καρότο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. καρότο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%BF "καρότο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%BF.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {καρότο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}