믹윈

καρύδι

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

καρύδι

어원

καρύδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρύδι(ν) < αρχαία ελληνική καρύδιον, υποκοριστικό του κάρυον

명사 καρύδι · καρύδια · καρυδιού · καρυδιών

  1. ξηρός καρπός ο καρπός της καρυδιάς ※ Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσ
  2. ανατομία η προεξοχή του θυρεοειδούς χόνδρου στο λάρυγγα, που λέγεται και « μήλο του Αδάμ » επειδή στον άνδρα σχηματίζει ορθή γωνία κατά την ανάπτυξή του. Στη γυναίκα αναπτύσσεται λιγότερο, σχηματίζει αμβλεία γωνία (120 μοιρών) και έτσι δεν προεξέχει έντονα

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"καρύδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρύδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9

Chicago

"καρύδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρύδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%8D%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}