κασιδιάρης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κασιδιάρης¹

  • ka.siˈðʝa.ris

Where it comes from

κασιδιάρης < κασίδ(α) + -ιάρης Συγκρίνετε με τη γραφή κασσιδιάρης < μεσαιωνική ελληνική κασσίδιον. Δείτε και το μεσαιωνικό κασιδιάρης

adjective κασιδιάρης · κασιδιάρα · κασιδιάρικο · κασιδιάρη · κασιδιάρας · κασιδιάρικου

  1. για πρόσωπο αυτός που έχει κασίδα· ο κασίδης ※ Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
  2. ζώο που του έχει πέσει το τρίχωμα
  3. figuratively, μεταφορικά ο ψωροπερήφανος, ακατάδεχτος

Similar: κασίδης

Κασιδιάρης²

  • ka.siˈðʝa.ɾis

Where it comes from

Κασιδιάρης < κασιδιάρης

proper noun Κασιδιάρης · Κασιδιάρηδες · Κασιδιάρη · Κασιδιάρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: κασίδης

Talk about this word

Cite this
MLA

"κασιδιάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κασιδιάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"κασιδιάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κασιδιάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}