Κασσάνδρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Κασσάνδρα

Where it comes from

Κασσάνδρα < αρχαία ελληνική Κασσάνδρα / Κασάνδρα, θηλυκό του Κάσσανδρος / Κάσανδρος < κέκασμαι (λάμπω) + ἀνήρ

proper noun Κασσάνδρα · Κασσάνδρες · Κασσάνδρας · Κασσανδρών

  1. ελληνική μυθολογία κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, η οποία είχε λάβει το χάρισμα από τον Απόλλωνα να προφητεύει σωστά δυσάρεστα, συνήθως, γεγονότα, χωρίς όμως να την πιστεύουν
  2. μετωνυμία κάποιος που προβλέπει δυσάρεστες καταστάσεις και προμαντεύει δυσοίωνες ή καταστροφικές εξελίξεις, τις οποίες οι άλλοι αρνούνται να δεχτούν ή για τις οποίες δυσπιστούν
  3. γυναικείο όνομα
  4. η δυτική χερσόνησος της Χαλκιδικής
  5. κόλπος της Ελλάδας, ο συνήθως αποκαλούμενος Τορωναίος κόλπος

In English

  • Cassandra prophetess who was daughter of King Priam of Troy

Talk about this word

Cite this
MLA

"Κασσάνδρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Κασσάνδρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1

Chicago

"Κασσάνδρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Κασσάνδρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}