καστανός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καστανός¹

  • ka.staˈnos

Where it comes from

καστανός < μεσαιωνική ελληνική καστανός < ελληνιστική κοινή κάστανον

adjective καστανός · καστανή · καστανό · καστανού · καστανής

  1. που έχει το χρώμα του κάστανου ※ Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πα
  2. καστανομάλλης
  3. ουσιαστικοποιημένο καστανό: το σχετικό χρώμα

Καστανός²

Where it comes from

Καστανός < καστανός

proper noun Καστανός · Καστανοί · Καστανού · Καστανών · Καστανό · Καστανούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • brown having a brown color/colour
  • chestnut of a deep reddish-brown colour, like that of a chestnut fruit
  • brunette having brown hair

Talk about this word

Cite this
MLA

"καστανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καστανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"καστανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καστανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}