καστράτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καστράτος

Where it comes from

καστράτος < (άμεσο δάνειο) ιταλική castrato + -ς, Αναδανεισμός, ετυμολογικό ζεύγος με τη μεσαιωνική ελληνική καστράτος < λατινική castratus (ευνουχισμένος)

noun καστράτος · καστράτοι · καστράτου · καστράτων · καστράτο · καστράτους

  1. μουσική, επάγγελμα άνδρας ερμηνευτής της εκκλησιαστικής μουσικής και της όπερας από το 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα, ο οποίος είχε υποστεί ευνουχισμό στην παιδική ηλικία, ώστε η φωνή του να διατηρήσει την ικανότητα να αποδίδει πολύ ψηλές νότες

In English

  • castrato male soprano or alto voice; the singer

Talk about this word

Cite this
MLA

"καστράτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καστράτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"καστράτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καστράτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}