κατά μήκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατά μήκος

Where it comes from

κατά μήκος < κατά + μήκος

phrase κατά μήκος

  1. με κατεύθυνση παράλληλη προς το μήκος κάποιου αντικειμένου, γραμμής ή χώρου, ακολουθώντας την έκτασή του ※ Με συνολική ισχύ 10 MWp, πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόγραμμα φωτοβολταϊκών πάρκων σε αυτοκινητόδρομο στην Ελλάδα. Η μονάδα του Κιάτου αποτελεί μέρος ενός δικτύου 19 φωτοβολταϊκών πάρκων, που είναι εγκατεστημένα κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου της Ολυμπίας Οδού, στις περιοχές της Αχαΐας, της Κορι

In English

  • along by the length of; in a line with the length of; lengthwise next to

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατά μήκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%20%CE%BC%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατά μήκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%20%CE%BC%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"κατά μήκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%20%CE%BC%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατά μήκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%20%CE%BC%CE%AE%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}