κατάθλιψη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατάθλιψη
- kaˈta.θli.psi
Where it comes from
κατάθλιψη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κατάθλιψις + -ψη < ελληνιστική κοινή κατάθλιψις. Η σημασία «καταστολή ελευθερίας, τυραννία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oppression. Η ιατρική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + θλίψη.
noun κατάθλιψη · καταθλίψεις · κατάθλιψης · καταθλίψεων
- η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
- η καταστολή, η καταπίεση, η κατοχή, η τυραννία (εμποδισμός ελευθερίας)
-
η ψυχική ασθένεια που την χαρακτηρίζει (παροδική ή μόνιμη) θλίψη, απαισιοδοξία, έλλειψη ενδιαφέροντος, μελαγχολία και άλλα παρόμοια
※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση.
Similar: μείζων καταθλιπτική διαταραχή
- η πίεση, η καταπίεση, η συμπίεση ρευστού → χρειάζεται παράθεμα
In English
- depression psychology: state of mind
Talk about this word "κατάθλιψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάθλιψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B7 "κατάθλιψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάθλιψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}