κατάκτηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατάκτηση
- kaˈta.kt.isi
Where it comes from
κατάκτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάκτη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conquête)
noun κατάκτηση · κατακτήσεις · κατάκτησης · κατακτήσεων
-
η κυρίευση μιας περιοχής ή μιας χώρας, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία
Similar: υπόταξη
- η χώρα ή περιοχή που κυριεύτηκαν
- η απόκτηση πρόσβασης σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
- η απόκτηση κάποιου πράγματος με επίμονες προσπάθειες, η επίτευξη ενός στόχου
- η άσκηση θετικής επίδρασης σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
-
η πρόκληση ερωτικής έλξης κι ενδιαφέροντος σε κάποιον
Similar: γοήτευση
In English
- conquest act or instance of achieving victory through combat; subjugation of an enemy
Talk about this word "κατάκτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάκτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7 "κατάκτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάκτηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}