κατάκτηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατάκτηση

  • kaˈta.kt.isi

Where it comes from

κατάκτηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάκτη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conquête)

noun κατάκτηση · κατακτήσεις · κατάκτησης · κατακτήσεων

  1. η κυρίευση μιας περιοχής ή μιας χώρας, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία

    Similar: υπόταξη

  2. broadly, κατ’ επέκταση η χώρα ή περιοχή που κυριεύτηκαν
  3. η απόκτηση πρόσβασης σε ένα χώρο που δεν είχα πριν
  4. η απόκτηση κάποιου πράγματος με επίμονες προσπάθειες, η επίτευξη ενός στόχου
  5. η άσκηση θετικής επίδρασης σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου
  6. η πρόκληση ερωτικής έλξης κι ενδιαφέροντος σε κάποιον

    Similar: γοήτευση

In English

  • conquest act or instance of achieving victory through combat; subjugation of an enemy

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατάκτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατάκτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κατάκτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατάκτηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}