κατάληψη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατάληψη
Where it comes from
κατάληψη < αρχαία ελληνική κατάληψις < καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική occupation
noun κατάληψη · καταλήψεις · κατάληψης · καταλήψεων
- η στρατιωτική ενέργεια με την οποία καταλαμβάνεται ένας τόπος (ύψωμα, οχυρό κ.λπ.)
- η ενέργεια διαμαρτυρίας με την οποία καταλαμβάνεται ένα μέρος (κτήριο ή ανοικτός χώρος) παρανόμως, για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια μιας ομάδας για κάποιο θέμα Τα παιδιά του λυκείου έκαναν κατάληψη για να ληφθούν νέα μέτρα για την καθαριότητα των χώρων.
- ο χώρος που έχει καταληφθεί Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν στηθεί έξω από την κατάληψη περιμένοντας κάποιον να βγει και να τους δώσει συνέντευξη.
In English
- occupation act, process or state of possessing a place
Talk about this word "κατάληψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάληψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7 "κατάληψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάληψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}