κατάλογος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατάλογος

  • kaˈta.lo.ɣos

Where it comes from

κατάλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατάλογος (εγγραφή) < κατά + λέγω, κατά- + -λογος, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική liste

: όρος πληροφορικής < απόδοση για την αγγλική directory

noun κατάλογος · κατάλογοι · καταλόγου · κατάλογου · καταλόγων · κατάλογο

  1. σειρά ομοειδών στοιχείων (ονομάτων, αντικειμένων, ειδών προς πώληση κ.λπ.) κατάλογος προϊόντων
  2. το υλικό μέσο στο οποίο έχει καταγραφεί μία σειρά ομοειδών στοιχείων
  3. πληροφορική directory: δομή δεδομένων σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο) που περιέχει αρχεία. Ο όρος κατάλογος (αρχείων) χρησιμοποιείται συνήθως στα περιβάλλοντα γραμμής εντολής (CLI), σε αντίθεση με το συνώνυμο φάκελος, που χρησιμοποιείται στα γραφικά περιβάλλοντα

    Similar: φάκελος

Similar: λίστα

Thesaurus

noun

Similar: λίστα

In English

  • calendar orderly list
  • index alphabetical listing of items
  • list enumeration or compilation of items
  • menu list of dishes offered in a restaurant
  • directory list of names, addresses etc.
  • citation enumeration
  • catalogue a systematic list of names, books, pictures etc.

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατάλογος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατάλογος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"κατάλογος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατάλογος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}