κατάποση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατάποση
Where it comes from
κατάποση < αρχαία ελληνική κατάποσις + -ση
noun κατάποση · καταπόσεις · κατάποσης · καταπόσεων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπίνω
- η διαδικασία με την οποία ο βλωμός που σχηματίζεται από την μάσηση μεταφέρεται μέσου του οισοφάγου στο στομάχι, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της πέψης ※ Αχαλασία είναι μια πρωτοπαθής διαταραχή κινητικότητας του οισοφάγου, κατά την οποία ο κάτω οισοφαγικός σφιγκτήρας δεν κάνει χάλαση -δεν ανοίγει- κατά την κατάποση. Έτσι ο βλωμός της τροφής δεν μπορεί να περάσει από τον οισοφάγο στο στομάχι. Σαν αποτέλεσμα, δεν επιτελούνται οι κυματοειδείς συσπάσει
In English
- swallowing act of swallowing
Talk about this word "κατάποση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάποση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B7 "κατάποση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάποση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}