κατάρρευση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατάρρευση
- kaˈta.ɾef.si
Where it comes from
κατάρρευση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κατάρρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική καταρρέω < κατά- + ῥέω
noun κατάρρευση · καταρρεύσεις · κατάρρευσης · καταρρεύσεων
- η πτώση, το πέσιμο, το σώριασμα ※ Νοτιότερα του ηγεμονικού τάφου 5, στην κατώτερη σειρά των τάφων, εντοπίστηκε ο θαλαμωτός τάφος 6, μετά την κατάρρευση καμένου δένδρου, που είχε φυτρώσει επάνω από τον ταφικό θάλαμο (Αρχαιολογικόν Δελτίον Χρονικά, μέρος Β, τόμος 64, τεύχος 1, 2009, σελ. 380)
- το γκρέμισμα ως το έδαφος, η ολοκληρωτική πτώση ※ η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.
- η καταστροφή, η αποτυχία, η πτώση
- ο ψυχικός κλονισμός, η απώλεια του κουράγιου
In English
Talk about this word "κατάρρευση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάρρευση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7 "κατάρρευση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάρρευση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}