κατάταξη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατάταξη

  • kaˈta.ta.ksi

Where it comes from

κατάταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατάταξις (< αρχαία ελληνική κατατάσσω < κατά- + τάσσω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική classification

noun κατάταξη · κατατάξεις · κατάταξης · κατατάξεων

  1. η τοποθέτηση κάποιου (προσώπου ή πράγματος) από ένα ευρύτερο σύνολο σε μια σειρά
  2. : ≈ συνώνυμα: ταξινόμηση
  3. η ένταξη κάποιου (προσώπου ή πράγματος) σε μια καθορισμένη κατηγορία
  4. τοποθέτηση, βάλσιμο, θέση
  5. στρατιωτικός όρος η εισαγωγή κάποιου στις τάξεις του στρατού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατάταξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατάταξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7

Chicago

"κατάταξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατάταξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}