κατάτμηση

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κατάτμηση

Откуда оно

κατάτμηση < κατατέμνω + -ση

существительное κατάτμηση · κατατμήσεις · κατάτμησης · κατατμήσεων

  1. κατατεμαχισμός
  2. βιολογία οι αλλεπάλληλες κυτταρικές διαιρέσεις που γίνονται σ’ ένα γονιμοποιημένο ωάριο
  3. γεωλογία το φαινόμενο κατά το οποίο τα πετρώματα χωρίζονται σε κομμάτια κανονικά ή ακανόνιστα εξαιτίας φυσικών επιδράσεων.
  4. πληροφορική συνώνυμο του διαμέριση δείτε επίσης: Κατάτμηση δίσκου στην αγγλική Βικιπαίδεια

Похожие: κατακομμάτιασμα, κατατεμαχισμός

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: κατακομμάτιασμα, κατατεμαχισμός

По-английски

  • partition part of something that has been divided
  • segmentation the act or an instance of dividing into segments

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κατάτμηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατάτμηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κατάτμηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατάτμηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}