κατάτμηση
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
κατάτμηση
Откуда оно
κατάτμηση < κατατέμνω + -ση
существительное κατάτμηση · κατατμήσεις · κατάτμησης · κατατμήσεων
- κατατεμαχισμός
- οι αλλεπάλληλες κυτταρικές διαιρέσεις που γίνονται σ’ ένα γονιμοποιημένο ωάριο
- το φαινόμενο κατά το οποίο τα πετρώματα χωρίζονται σε κομμάτια κανονικά ή ακανόνιστα εξαιτίας φυσικών επιδράσεων.
- συνώνυμο του διαμέριση δείτε επίσης: Κατάτμηση δίσκου στην αγγλική Βικιπαίδεια
Похожие: κατακομμάτιασμα, κατατεμαχισμός
Синонимы и антонимы
существительное
Похожие: κατακομμάτιασμα, κατατεμαχισμός
По-английски
- partition part of something that has been divided
- segmentation the act or an instance of dividing into segments
Обсудить это слово "κατάτμηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κατάτμηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7 "κατάτμηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {κατάτμηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}