κατήχηση

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

κατήχηση

  • kaˈti.çi.si

Nó đến từ đâu

κατήχηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατήχη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε κατ- + -ηχη + -ση < αρχαία ελληνική ἠχέω, ἠχῶ

danh từ κατήχηση · κατηχήσεις · κατήχησης · κατηχήσεων

  1. η μύηση, με διδασκαλία, σε θρησκευτικό δόγμα ή μυστική οργάνωση ※ Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα. Τον περικάλεσα να μη μου μαρτυρήση τα σημεία της κατήχησης, ότ’ είμαι νέος και να μην αντέσω και λυπηθώ την ζωή μου και προδώσω το μυστήριον και κιντυνέψη η πατρίς. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Α1, 1829-1850)
  2. η συστηματική προσπάθεια να προσχωρήσει κανείς σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο σκέψης ή ιδεολογία ※ και παρόλο που από τα εγχειρίδια απουσιάζει ο έντονος κραγαλέος εθνοκεντρισμός, δε λείπει η εθνική κατήχηση (Μαρία Αδάμου, Το εκπαιδευτικό σύστημα στην υπηρεσία του εθνικού κράτους η ελληνική περίπτωση "1950-1976", Εκδόσεις Παπαζήση, 2002, σελ. 590)
  3. οι συμβουλές που δίνονται με τρόπο επίμονο και ενοχλητικό
  4. χριστιανισμός η διδασκαλία των δογμάτων του Χριστιανισμού ※ Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ προηγεῖται τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησία, μὲ διδαχὴ κατάλληλη, προετοιμάζει τούς κατηχούμενους γιὰ νὰ γίνουν μέλη της. Ἡ διδαχὴ αὐτὴ ὀνομάζεται Κατήχηση κι αὐτὸς ποὺ τὴν κάνει Κατηχητής. Στούς ἀποστολικοὺς χρόνους ἡ Κατήχηση ἦταν πολὺ σύντομη: συνήθως μία ὁμιλία μόνο (π.χ.
  5. χριστιανισμός το βιβλίο που περιέχει τα δόγματα του Χριστιανισμού

Tương tự: υποβολή, κανονάρχημα, καλονάρχημα, καλανάρχημα, μυσταγωγία

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"κατήχηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατήχηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κατήχηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατήχηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}