καταβάλλομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταβάλλομαι
Where it comes from
καταβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταβάλλω < κατά + βάλλω
verb καταβάλλομαι
- ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού και σημαίνει την κατάθεση οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή προσπάθειας για να αρθεί μια αντιξοότητα "Ο μισθός του καταβλήθηκε κανονικά"
- Οταν το υποκείμενο είναι πρόσωπο, σημαίνει την αφαίρεση δυνάμεων, σηματικών ή ψυχικών. Χρησιμοποιείται όμως συνήθως η μετοχή της παθητικής φωνής (είμαι καταβεβλημένος) ή η ενεργητική φωνή (με κατέβαλε η ασθένεια). Το καταβάλλομαι σπάνια χρησιμοποιείται στο πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο στη νεοελληνική γλώσσα, αν και μερικές φορές μπορεί κάποιος να πει "Νιώθω να καταβάλλομαι από τον πυρετό"
Talk about this word "καταβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καταβάλλομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "καταβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταβάλλομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}