καταβάλλομαι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταβάλλομαι

Where it comes from

καταβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταβάλλω < κατά + βάλλω

verb καταβάλλομαι

  1. ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού και σημαίνει την κατάθεση οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή προσπάθειας για να αρθεί μια αντιξοότητα "Ο μισθός του καταβλήθηκε κανονικά"
  2. Οταν το υποκείμενο είναι πρόσωπο, σημαίνει την αφαίρεση δυνάμεων, σηματικών ή ψυχικών. Χρησιμοποιείται όμως συνήθως η μετοχή της παθητικής φωνής (είμαι καταβεβλημένος) ή η ενεργητική φωνή (με κατέβαλε η ασθένεια). Το καταβάλλομαι σπάνια χρησιμοποιείται στο πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο στη νεοελληνική γλώσσα, αν και μερικές φορές μπορεί κάποιος να πει "Νιώθω να καταβάλλομαι από τον πυρετό"

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταβάλλομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"καταβάλλομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταβάλλομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}