καταβόθρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταβόθρα¹

  • ka.taˈvo.θɾa

Where it comes from

καταβόθρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταβόθρα < ελληνιστική κοινή καταβοθρ(εύω) + -α

noun καταβόθρα · καταβόθρες · καταβόθρας · καταβοθρών

  1. γεωλογία υπόγειος φυσικός αγωγός στον οποίο διοχετεύονται νερά από λίμνες ή ποτάμια προς τη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης όπου αναβλύζουν
  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό άνθρωπος που ξοδεύει πολλά χρήματα, σπάταλος
  3. figuratively, μεταφορικά αντικείμενο το οποίο απαιτεί μεγάλη ποσότητα χρημάτων για να λειτουργήσει σωστά

Καταβόθρα²

  • ka.taˈvo.θɾa

Where it comes from

Καταβόθρα < καταβόθρα

proper noun Καταβόθρα · Καταβόθρες · Καταβόθρας · Καταβοθρών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταβόθρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταβόθρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%B1

Chicago

"καταβόθρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταβόθρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B2%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}