καταδιώκω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταδιώκω
- ka.ta.ðiˈo.ko
Where it comes from
καταδιώκω < αρχαία ελληνική καταδιώκω < κατα- + διώκω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική poursuivre)
verb καταδιώκω · καταδιώκομαι
- κυνηγώ κάποιον, για να τον συλλάβω ή για άλλο λόγο ※ Θεωρώντας ότι ο Κλαρκ ήταν ο δράστης, άρχισαν να τον καταδιώκουν, με τη συνδρομή ενός ελικοπτέρου της αστυνομίας, που ήταν εξοπλισμένο με υπέρυθρη κάμερα. (εφ. Το Βήμα, 22/3/2018)
- επιδιώκω με κάθε τρόπο να συναντήσω κάποιον, που δεν επιθυμεί τη συνάντηση
- βασανίζω, τύπτω, ενοχλώ ※ Μία γυναίκα νεκρή και μία που καταδιώκεται από αιώνιες τύψεις. (εφ. Ελευθεροτυπία, 5/1/2014)
In English
- chase to pursue, to follow at speed
- come after to pursue
Talk about this word "καταδιώκω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CE%BA%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καταδιώκω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CE%BA%CF%89 "καταδιώκω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CE%BA%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταδιώκω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CE%BA%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}