καταθλιπτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταθλιπτικός

Where it comes from

καταθλιπτικός < (καταθλίβω) καταθλιπ- + -τικός

:* για την ψυχιατρική < απόδοση για τη γαλλική oppressif

adjective καταθλιπτικός · καταθλιπτική · καταθλιπτικό · καταθλιπτικού · καταθλιπτικής

  1. τεχνολογία σχετικός με κατάθλιψη, που χρησιμοποιεί πίεση ή συμπίεση καταθλιπτική αντλία, καταθλιπτικός αγωγός
  2. ψυχιατρική που πάσχει από κατάθλιψη καταθλιπτικός ασθενής
  3. που προκαλεί μελαγχολικά-αρνητικά συναισθήματα καταθλιπτικός πίνακας

Similar: καταπιεστικός, ψυχοπλακωτικός · Opposite: αναρροφητικός, αντικαταθλιπτικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταθλιπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταθλιπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"καταθλιπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταθλιπτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}