κατακτώ
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
κατακτώ
- ka.taˈkto
De unde vine
κατακτώ < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conquérir)
verb κατακτώ · κατακτιέμαι · κατακτώμαι
- κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την Ασία.
- αποκτώ πρόσβαση σε ένα χώρο που δεν είχα πριν Ο άνθρωπος κατέκτησε το φεγγάρι.
- αποκτώ κάτι με επίμονες προσπάθειες, επιτυγχάνω ένα στόχο Η ομάδα επιδιώκει να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
- ασκώ θετική επίδραση σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου Μας έχει κατακτήσει με την ευγένειά του.
- προκαλώ ερωτική έλξη και ενδιαφέρον σε κάποιον Δεν δυσκολευόταν να κατακτήσει τις γυναίκες με το χαμόγελό του.
În engleză
- conquer defeat in combat
Discută despre acest cuvânt "κατακτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. κατακτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E "κατακτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {κατακτώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}