κατακτώ

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

κατακτώ

  • ka.taˈkto

De unde vine

κατακτώ < αρχαία ελληνική κατακτάομαι / κατακτῶμαι < κατά + κτάομαι / κτῶμαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conquérir)

verb κατακτώ · κατακτιέμαι · κατακτώμαι

  1. κυριεύω μια περιοχή ή μια χώρα, συνήθως χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη κι αφαιρώντας την πολιτική της ανεξαρτησία Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την Ασία.
  2. αποκτώ πρόσβαση σε ένα χώρο που δεν είχα πριν Ο άνθρωπος κατέκτησε το φεγγάρι.
  3. αποκτώ κάτι με επίμονες προσπάθειες, επιτυγχάνω ένα στόχο Η ομάδα επιδιώκει να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
  4. ασκώ θετική επίδραση σε κάποιον με τη συμπεριφορά μου Μας έχει κατακτήσει με την ευγένειά του.
  5. προκαλώ ερωτική έλξη και ενδιαφέρον σε κάποιον Δεν δυσκολευόταν να κατακτήσει τις γυναίκες με το χαμόγελό του.

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"κατακτώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατακτώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E

Chicago

"κατακτώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατακτώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}