καταλαμβάνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταλαμβάνω
- ka.ta.laɱˈva.no
Where it comes from
καταλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω
:* σημασίες «λαμβάνω αξίωμα, καλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική occuper
:* σημασία «με κυριεύει συναίσθημα» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emparer)
verb καταλαμβάνω · κατέλαβα · καταλαμβάνομαι · καταλήφθηκα · κατελήφθην · κατειλημμένος
- αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε
- εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο)
- λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση ※ απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
- καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική
- κυριεύω, πιάνω μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως
In English
Talk about this word "καταλαμβάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καταλαμβάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89 "καταλαμβάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταλαμβάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}