米克温

καταλανικός

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

καταλανικός

  • ka.ta.la.niˈkos

它从哪里来

καταλανικός < Καταλαν(ός) + -ικός

形容词 καταλανικός · καταλανική · καταλανικό · καταλανικού · καταλανικής

  1. που έχει σχέση με ή αναφέρεται στην καταλανική γλώσσα, στους Καταλανούς ή στην Καταλονία (ή Καταλωνία) ※ Την Πέμπτη θα λάβει χώρα η συνεδρίαση του καταλανικού κοινοβουλίου, κατά την οποία θα αποφασιστούν οι επόμενες κινήσεις της καταλανικής κυβέρνησης στα νέα δεδομένα που θα δημιουργήσει η πιθανή ενεργοποίηση του άρθρου 155 του ισπανικού συντάγματος την ερχόμενη Παρασκευή.

英语

  • Catalan of or pertaining to Catalonia

讨论这个词

引用
MLA

"καταλανικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταλανικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"καταλανικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταλανικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}