Καταλανός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Καταλανός
- ka.ta.laˈnos
Where it comes from
Καταλανός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Καταλανός · Καταλανοί · Καταλανού · Καταλανών · Καταλανό · Καταλανούς
- αυτός που κατάγεται από την Καταλονία ή κατοικεί εκεί ※ Το βυζαντινό κτίριο μέσα στο οποίο φυλάσσονται πολύτιμα κειμήλια από δωρεές αυτοκρατόρων αναστηλώθηκε εξ ολοκλήρου από την καταλανική κυβέρνηση ως συμβολική αποζημίωση για τις καταστροφές που προκάλεσαν στο Βατοπαίδι αλλά και σε ολόκληρη τη Χαλκιδική οι Καταλανοί μισθοφόροι το 1305.
In English
- Catalan person from Catalonia
Talk about this word "Καταλανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Καταλανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82 "Καταλανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Καταλανός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}