καταληψία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταληψία

Where it comes from

καταληψία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική catalepsy

noun καταληψία · καταληψίες · καταληψίας · καταληψιών

  1. ιατρική παθολογική κατάσταση που μοιάζει με ύπνωση, κατά την οποία ο ασθενής δεν κινείται αυτοβούλως και το σώμα ή τα μέλη του μπορεί να λάβουν παράδοξες στάσεις· αν και γενικά τα άτομο που την παρουσιάζει δεν έχει αντίληψη μέσω των αισθήσεων, υπάρχουν διάφορες εκδηλώσεις υστερικού τύπου· μπορεί να εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, ως σύμπτωμα διάφορων νευρολογικών διαταραχών, όπως η επιληψία και το Πάρκινσον

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταληψία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταληψία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1

Chicago

"καταληψία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταληψία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}