καταλλαγή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταλλαγή

Where it comes from

καταλλαγή < αρχαία ελληνική καταλλαγή

noun καταλλαγή · καταλλαγές · καταλλαγής · καταλλαγών

  1. η συνδιαλλαγή, η συμφιλίωση ※ Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο Απόστολος Παύλος, ανάμεσα στα άλλα θέματα που θίγει, αναφέρεται στη θυσία του Χριστού που απέβη η καταλλαγή του ανθρώπου με το Θεό, δηλαδή στη συμφιλίωσή μας μαζί του. (Φωνή Κυρίου, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας, Έτος 53ον, 10 Ιουλίου 2005, αρ. φ
  2. η ανταλλαγή (π.χ. νομισμάτων)
  3. το κέρδος από ανταλλαγή νομισμάτων

In English

  • reconciliation re-establishment of friendly relations — see also conciliation, rapprochement

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταλλαγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταλλαγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE

Chicago

"καταλλαγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταλλαγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}