καταλύω
Ελληνικά
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
καταλύω
- ka.taˈli.o
De onde vem
καταλύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καταλύω < αρχαία ελληνική καταλύω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική catalyser. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λύω.
verbo καταλύω · κατέλυσα · καταλύομαι · καταλύθηκα · καταλυμένος
- διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ
- σταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες άλλες μορφές: καταλώ, κατελώ
- κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα)
- διαμένω σε κατάλυμα, σε χώρο προσωρινής διαμονής
- δρω ως καταλύτης
Em inglês
- abolish to end a law, system, institution, custom or practice
- break one's fast to conclude any period of fasting by consuming food
Conversar sobre esta palavra "καταλύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καταλύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89 "καταλύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {καταλύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}