καταλύω

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

καταλύω

  • ka.taˈli.o

De onde vem

καταλύω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καταλύω < αρχαία ελληνική καταλύω. Νεότερες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική catalyser. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λύω.

verbo καταλύω · κατέλυσα · καταλύομαι · καταλύθηκα · καταλυμένος

  1. transitive, μεταβατικό διαλύω, καταστρέφω, παραλύω, καταργώ
  2. θρησκεία σταματάω την νηστεία τρώγοντας τροφές αρτυμένες άλλες μορφές: καταλώ, κατελώ
  3. θρησκεία κοινωνώ την υπόλοιπη Θεία Κοινωνία που έχει απομείνει στο δισκοπότηρο (για ιερέα)
  4. formal, λόγιο διαμένω σε κατάλυμα, σε χώρο προσωρινής διαμονής
  5. χημεία δρω ως καταλύτης

Em inglês

  • abolish to end a law, system, institution, custom or practice
  • break one's fast to conclude any period of fasting by consuming food

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"καταλύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταλύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89

Chicago

"καταλύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταλύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}