καταπέλτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταπέλτης

  • ka.taˈpel.tis

Where it comes from

καταπέλτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταπέλτης, άλλη γραφή του καταπάλτης < → δείτε τις λέξεις κατά και πάλλω

noun καταπέλτης · καταπέλτες · καταπέλτη · καταπελτών

  1. ιστορία, οπλισμός το πολεμικό μηχάνημα που εκσφενδονίζει βλήματα σε μεγάλη απόσταση
  2. figuratively, μεταφορικά αυτός που συντρίβει τον αντίπαλό του σε διάλογο ή δίκη με τα επιχειρήματά του ή τις κατηγορίες που του απευθύνει ※ Καταπέλτης ο ιατροδικαστής για το θάνατο του καρδιοπαθούς (εφημερίδα Έθνος On Line, 16/7/2014 @ethnos.gr)

In English

  • catapult device for launching large objects

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταπέλτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπέλτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"καταπέλτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπέλτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}