καταπίεση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταπίεση
- ka.taˈpi.e.si
Where it comes from
καταπίεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταπίε(σις) + -ση < καταπιέζω < αρχαία ελληνική κατά + πιέζω
::σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oppression
::→ δείτε και κατα-, πίεση, πιέζω
noun καταπίεση · καταπιέσεις · καταπίεσης · καταπιέσεων
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω, η συστηματική άσκηση εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης που περιορίζει την ελευθερία, τα δικαιώματα ή την αυθόρμητη έκφραση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, οδηγώντας σε ανισότητα, στέρηση ή ψυχική καταστολή Η καταπίεση των μειονοτήτων από το καθεστώς οδήγησε σε κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις.
In English
- oppression act of oppressing, or the state of being oppressed
- coercion actual or threatened force for the purpose of compelling action by another perso
Talk about this word "καταπίεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. καταπίεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7 "καταπίεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταπίεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}