καταπίνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταπίνω
- ka.taˈpi.no
Where it comes from
καταπίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπίνω < κατα- + πίνω
verb καταπίνω · κατάπια · καταπίνομαι · καταποθώ · καταπόθηκα · καταπιωμένος
- κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή Δυσκολεύομαι να καταπιώ το χάπι-Αυτά τα μεγάλα χάπια δεν καταπίνονται γιατρέ και τα έκοψα στα δύο
- υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο (π.χ. μια προσβολή) χωρίς να διαμαρτυρηθώ, αποφεύγω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι Μου ζήτησε πάλι δανεικά και μου ήρθε να του πω, και τα περσινά δανεικά, τα αγύριστα τι θα γίνουν, αλλά το κατάπια, τι να κάνω, αδερφός μου είναι
- εισπνέω Και νομίζεις ότι κερδίζεις κάτι που δεν καταπίνεις τον καπνό του τσιγάρου
- πιστεύω κάτι αφελώς Μα πώς το κατάπιε; (ένα τόσο χοντρό ψέμα)
In English
Talk about this word "καταπίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καταπίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89 "καταπίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταπίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}