καταπίνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταπίνω

  • ka.taˈpi.no

Where it comes from

καταπίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταπίνω < κατα- + πίνω

verb καταπίνω · κατάπια · καταπίνομαι · καταποθώ · καταπόθηκα · καταπιωμένος

  1. κατεβάζω στον οισοφάγο και στο στομάχι μου υγρή ή στέρεη τροφή Δυσκολεύομαι να καταπιώ το χάπι-Αυτά τα μεγάλα χάπια δεν καταπίνονται γιατρέ και τα έκοψα στα δύο
  2. figuratively, μεταφορικά υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο (π.χ. μια προσβολή) χωρίς να διαμαρτυρηθώ, αποφεύγω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι Μου ζήτησε πάλι δανεικά και μου ήρθε να του πω, και τα περσινά δανεικά, τα αγύριστα τι θα γίνουν, αλλά το κατάπια, τι να κάνω, αδερφός μου είναι
  3. vulgar, λαϊκότροπο εισπνέω Και νομίζεις ότι κερδίζεις κάτι που δεν καταπίνεις τον καπνό του τσιγάρου
  4. figuratively, μεταφορικά πιστεύω κάτι αφελώς Μα πώς το κατάπιε; (ένα τόσο χοντρό ψέμα)

In English

  • swallow to cause to pass from the mouth into the stomach
  • ingest to take into, or as into, the stomach or alimentary canal

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταπίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"καταπίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}