καταπακτή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταπακτή

Where it comes from

καταπακτή < αρχαία ελληνική καταπακτή < καταπήγνυμι < κατά + πήγνυμι

noun καταπακτή · καταπακτές · καταπακτής · καταπακτών

  1. η οριζόντια πόρτα σε δάπεδο ή οροφή που οδηγεί σε ξεχωριστό χώρο ※ που παριστάνονταν, όπως φαίνεται, και στις μέρες του Κ: ένα ξύλινο παλκοσένικο (ίσως με καταπακτές ή σκάλα) με μερικά ζωγραφισμένα τελάρα (που ίσως έχουν και πραγματικές πόρτες), τα οποία δείχνουν την απαιτούμενη πανοραμική όψη μιας πόλης, όπως και ένα παλάτι, και μπορούν να αλλάζουν στη στιγμή (Β
  2. familiar, figuratively, οικείο, συνεκδοχικά ο χώρος που βρίσκεται πίσω από την καταπακτή (1)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταπακτή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπακτή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE

Chicago

"καταπακτή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπακτή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}