믹윈

καταπιάνομαι

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

καταπιάνομαι

  • ka.taˈpça.no.me

어원

καταπιάνομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καταπιάνομαι (επιχειρώ κάτι), μέση φωνή του ρήματος καταπιάνω (κυριεύω) < (κατά) κατα- + πιάνω, πιάνομαι

동사 καταπιάνομαι · καταπιάστηκα · καταπιανόμουν · καταπιανόμουνα · θα καταπιάνομαι

  1. ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι καταπιάστηκαν αρκετοί με το βικιλεξικό και μεγάλωσε το λημματολόγιο

영어로

  • attack to aggressively challenge with words

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"καταπιάνομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπιάνομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"καταπιάνομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπιάνομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}