ميكوين

καταπολεμώ

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

καταπολεμώ

  • ka.ta.po.leˈmo

من أين أتت

καταπολεμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταπολεμῶ, συνηρημένος τύπος του καταπολεμέω (εξαντλώ από τον πόλεμο) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική combattre. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + πολεμώ. Δείτε και καταπολεμάω.

فعل καταπολεμώ · καταπολεμάω · -άς · -άει... · καταπολέμησα · καταπολεμιέμαι

  1. εξουδετερώνω κάποιον ή κάτι επικίνδυνο, αντιμετωπίζοντάς το(ν) με δραστικό τρόπο η κυβέρνηση αγωνίζεται να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία

بالإنجليزية

  • fight to counteract
  • combat to fight; to struggle for victory

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"καταπολεμώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπολεμώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%8E

Chicago

"καταπολεμώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπολεμώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}