καταπόνηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταπόνηση

Where it comes from

καταπόνηση < ελληνιστική κοινή καταπόνησις < καταπονέω / καταπονῶ < αρχαία ελληνική κατά + πονέω /πονῶ < πόνος (φυσική: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική fatigue)

noun καταπόνηση · καταπονήσεις · καταπόνησης · καταπονήσεων

  1. η υπερβολική κούραση και ταλαιπωρία
  2. φυσική η αλλοίωση ενός υλικού ύστερα από μακρόχρονη χρήση
  3. φυσική η μεταβολή στο σχήμα ή το μέγεθος

In English

  • stress (physics) internal force across a boundary per area
  • fatigue weariness

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταπόνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταπόνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"καταπόνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταπόνηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}