καταργώ

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

καταργώ

  • ka.taɾˈɣo

Откуда оно

καταργώ < αρχαία ελληνική καταργέω / καταργῶ < ἀργέω / ἀργῶ < ἀργός < ἀεργός < ἀ- + ἔργον < πρωτοελληνική *wérgon < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wérǵom < *werǵ-

глагол καταργώ · καταργούσα · θα καταργώ · να καταργώ · καταργώντας

  1. αίρω την ισχύ ή διακόπτω κάποια πράγματα, καταστάσεις, δραστηριότητες κ.λπ.
  2. καταλύω ※ Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  3. ακυρώνω

По-английски

  • abolish to end a law, system, institution, custom or practice
  • annul formally revoke the validity of
  • delete to remove
  • shatter (intransitive) to violently break into pieces
  • do away with abolish; put an end to

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"καταργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E

Chicago

"καταργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταργώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}