καταρρέω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταρρέω

  • ka.taˈɾe.o

Where it comes from

καταρρέω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταρρέω < κατα- + -ρρέω (ῥέω) με ρρ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική écrouler Δε σχετίζεται ο καταρράκτης.

verb καταρρέω · κατέρρεα · κατέρρευσα · θα καταρρέω

  1. πέφτω προς τα κάτω, γκρεμίζομαι η γέφυρα κατέρρευσε
  2. figuratively, μεταφορικά πέφτω οικονομικά οι τιμές της αγοράς κατέρρευσαν
  3. συναισθηματικά υποκύπτω σε μεγάλη στεναχώρια Όταν έμαθα για την κηδεία του, κατέρρευσα.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταρρέω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταρρέω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89

Chicago

"καταρρέω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταρρέω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}