ميكوين

καταρρίπτω

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

καταρρίπτω

من أين أتت

καταρρίπτω < αρχαία ελληνική καταρρίπτω < κατά + ῥίπτω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική abattre / battre)

فعل καταρρίπτω · καταρρίπτομαι · κατέρριπτα · θα καταρρίπτω · να καταρρίπτω

  1. ρίχνω κάτι κάτω, στο έδαφος, αφού το χτυπήσω καταρρίπτω εχθρικό αεροπλάνο
  2. figuratively, μεταφορικά δείχνω ότι κάτι δεν είναι σωστό, ανατρέπω την άποψη που υπήρχε γι’ αυτό καταρρίπτω τα επιχειρήματα

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"καταρρίπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταρρίπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89

Chicago

"καταρρίπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταρρίπτω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}