καταφθάνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταφθάνω

  • ka.taˈfθa.no

Where it comes from

καταφθάνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφθάνω < κατα- + φθάνω

verb καταφθάνω · κατέφθασα · κατέφθανα · θα καταφθάνω · να καταφθάνω

  1. φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ)
  2. φθάνω κάπου στην ώρα μου ※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  3. φθάνω κάπου τελευταία στιγμή

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταφθάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταφθάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CF%89

Chicago

"καταφθάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταφθάνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}