καταχωρώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταχωρώ
- ka.ta.xoˈɾo
Where it comes from
καταχωρώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταχωρῶ, συνηρημένος τύπος του καταχωρέω (υποχωρώ σε αίτημα, σε αξίωση) με εσφαλμένη ταύτιση προς το καταχωρίζω λόγω της κοινής προφοράς /kataˈxoɾisa/ σε αοριστικούς τύπους όπως καταχώρησα & καταχώρισα. Συγκρίνετε το μεσαιωνικό καταχώρεση (υποταγή, υποχώρηση).
verb καταχωρώ · καταχωρούσα · καταχώρησα · καταχωρούμαι · καταχωρούμενος · καταχωρήθηκα
- εγγράφω, καταγράφω, πρωτοκολλώ
- {σπανιότερα) δημοσιεύω
- άλλη μορφή του καταχωρίζω Σημείωση: το καταχωρίζω, με τη σημασία του ταξινομώ, εγγράφω σε ορισμένη θέση
In English
Talk about this word "καταχωρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. καταχωρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E "καταχωρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταχωρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}